Η σιωπή ανάμεσα στο πράσινο και το χρυσό
Στην αρχή μοιάζει να είναι απλώς φύλλα μέσα στο φως του ήλιου. Ύστερα η σιωπή αρχίζει να μιλά.

Στην αρχή μοιάζει να είναι απλώς φύλλα μέσα στο φως του ήλιου. Ύστερα η σιωπή αρχίζει να μιλά. Η εστίαση κρατά μόνο μια στενή λωρίδα χρώματος, ενώ όλα τα υπόλοιπα διαλύονται σε απαλή απόσταση. Το κίτρινο γέρνει πάνω στη σκιά· το φως πυκνώνει εκεί όπου λυγίζει το κλαδί. Κάθε φύλλο φέρει τη δική του διαβάθμιση παράδοσης — άκρες που καμπυλώνουν, νεύρα φωτεινά σαν κλωστές. Ο αέρας γύρω τους τρέμει, σαν να είναι υπερβολικά γεμάτος φως για να μείνει ακίνητος.
Το χρώμα κάνει τη δουλειά που ο χρόνος δεν μπορεί. Το κίτρινο βαθαίνει όχι από τη ζέστη αλλά από τη μνήμη· το πράσινο παραμένει σαν επίγευση. Το φόντο λιώνει σε κύκλους φωτεινότητας, σαν ο ίδιος ο αέρας να θυμάται τον ήλιο. Κάθε θολή κηλίδα γίνεται μια μισοξεχασμένη σκέψη, ένας τόπος όπου μπορεί να αναπαυθεί το βλέμμα χωρίς νόημα. Τα φύλλα, αντίθετα, παραμένουν ευδιάκριτα — τσακισμένα, με λεπτές άκρες, φωτισμένα από μέσα στην ευθραυστότητά τους.
Μείνε με τη φωτογραφία και μετατρέπεται από τοπίο σε γλώσσα. Μιλά για την ακινησία, για τον τρόπο με τον οποίο το συνηθισμένο φως συνεχίζει να ξαναγράφει ό,τι αγγίζει. Κάθε νεύρο είναι ίχνος επιμονής· κάθε φωτεινή άκρη, σημάδι απελευθέρωσης. Τίποτα δεν καίγεται, κι όμως όλα λάμπουν. Η στιγμή είναι σταθερή, αλλά βουίζει από κίνηση — η ήσυχη ανάσα μιας εποχής που ανασυνθέτει τον εαυτό της φύλλο το φύλλο.
Στην έκθεση Έργο 172 από 363
Συναντώντας άλλες ζωές
Το πράσινο, από κοντά και από μακριά
Πριν εξηγήσουμε τον κόσμο
Δείτε αυτή τη φωτογραφία στην έκθεση